Από το ναυάγιο του ΔΕΣΦΑ περνάμε στη διαχείριση των συνεπειών, αλλά και των κερδών

Δημοσίευση: 10:37 π.μ. | 2/12/16

Share:

apo-to-nayagio-toy-desfa-pername-sth-diaxeirish-twn-synepeiwn-alla-kai-twn-kerdwn

Με τις διαβουλεύσεις σχετικά με τους όρους του deal φτάσαμε στο φετινό καλοκαίρι και την περίφημη πλέον τροπολογία Σκουρλέτη, η οποία προέβλεπε μείωση της "ανακτήσιμης διαφοράς" των 829 εκατ. ευρώ που έχει λαμβάνειν ο ΔΕΣΦΑ από προηγούμενα χρόνια

Τις συνέπειες που θα είχε σε πολιτικό, οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο η χώρα από ένα πιθανό ναυάγιο στις διαπραγματεύσεις με Αζέρους και Ιταλούς για τον ΔΕΣΦΑ, η κυβέρνηση τις γνώριζε καλά.

Γνώριζε επίσης ότι, ουσιαστικά, ο μόνος δρόμος μέσω του οποίου θα είχε ευτυχή κατάληξη ο συγκεκριμένος διαγωνισμός ήταν η ανατροπή της «τροπολογίας Σκουρλέτη».

Υπενθυμίζεται ότι η «τροπολογία Σκουρλέτη» μείωσε δραματικά τα έσοδα που είχε λαμβάνειν μελλοντικά ο ΔΕΣΦΑ για τις επενδύσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν, και συνεπώς περιόρισε τα κέρδη των – όποιων – ιδιοκτητών του, προς όφελος βεβαίως των πελατών φυσικού αερίου που δεν θα υποχρεωθούν να πληρώσουν υπέρογκες αυξήσεις για τα τέλη του δικτύου μεταφοράς.

Είναι αλήθεια ότι η  τροπολογία Σκουρλέτη ήταν πιθανόν η αφορμή και όχι η αιτία για να αμφισβητήσουν οι Αζέροι το deal. Παράγοντες που παρακολούθησαν από κοντά τα μπρος – πίσω της διαδικασίας μαρτυρούν ότι η Socar, αντιμετωπίζοντας οικονομικό πρόβλημα λόγω της πτώσης των τιμών πετρελαίου (πράγμα που έκανε την κυβέρνηση Αλίγεφ να αναζητά διεθνή χρηματοδότηση για να καλύψει τις υποχρεώσεις της), ουδέποτε έδειξε σπουδή για να προχωρήσουν οι διαδικασίες ολοκλήρωσης της εξαγοράς. Το ίδιο δηλώνει και το γεγονός ότι σταμάτησε να συνεργάζεται με την Κομισιόν στο πλαίσιο της κοινοτικής έρευνας για νόθευση ανταγωνισμού.

Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι η τροπολογία που κατέθεσε το καλοκαίρι ο τότε υπουργός Ενέργειας ήταν εκείνη που πυροδότησε τις εξελίξεις οδηγώντας στο προχθεσινό ναυάγιο. Είναι επίσης γεγονός ότι μια πιθανή απόσυρσή της ή ανατροπή της θα ήταν ο μόνος τρόπος να κλείσει η υπόθεση. Η κυβέρνηση επέλεξε να μην κάνει μια τέτοια κίνηση, αναλαμβάνοντας το κόστος της αποτυχίας του διαγωνισμού, προσδοκώντας από την άλλη πολιτικά οφέλη.

Ποια θα μπορούσε να είναι τα πολιτικά οφέλη; Η εμπέδωση ενός φιλολαϊκού προφίλ καθώς οι επιλογές της είναι επωφελείς για τους καταναλωτές, αλλά κυρίως η δρομολόγηση μιας καινούργιας διαδικασίας αποκρατικοποίησης με γνώμονα την παραμονή του 51% του ΔΕΣΦΑ στο δημόσιο. Είναι βέβαιον ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να ακολουθήσει ένα τέτοιο μοντέλο (είναι το μοντέλο του ΑΔΜΗΕ που «βγήκε» στον Πάνο Σκουρλέτη) ανεξάρτητα αν τελικά θα καταφέρει να το «περάσει» στους δανειστές. Σε κάθε περίπτωση θα πρόκειται για ένα καλό επιχείρημα προς τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη διαφορά της αριστερής διακυβέρνησης από μια φιλελεύθερη, όσον αφορά τα δίκτυα ενέργειας.

Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με μια κεντρική πολιτική απόφαση της κυβέρνησης, με γνώση των συνεπειών, τις οποίες καλείται τώρα να διαχειριστεί. Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες;

Πρώτα απ΄ όλα η τρύπα 188 εκατ. ευρώ στο πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ, αλλά και στον προϋπολογισμό του 2017 στον οποίο είχε περιληφθεί το σχετικό έσοδο. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο μερίδιο του δημοσίου επί των  400 εκατ. ευρώ, καθώς τα υπόλοιπα 212 εκατ. ευρώ είναι μερίδιο των ΕΛΠΕ που κι εκείνα περίμεναν να βάλουν ρευστό στο ταμείο τους.

Δεύτερον, η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας τη στιγμή που προσπαθεί να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση. Είναι σαφές ότι ανοίγει ένα θέμα από εκείνα που εθεωρούντο κλεισμένα, ενώ δυσκολεύει τις κινήσεις του οικονομικού επιτελείου συνολικά στο ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων. Κάποιες εκτιμήσεις μάλιστα αναφέρουν ότι οι αμφιβολίες των δανειστών για την αποτελεσματικότητα των ελληνικών αρχών ίσως οδηγήσει σε σκλήρυνση της στάσης τους ακόμα και όσον αφορά τα χρονοδιαγράμματα άλλων αποκρατικοποιήσεων.

Από την άλλη, οι αποκρατικοποιήσεις εταιρειών που έχουν σχέση με τον ΔΕΣΦΑ (δηλαδή της ΔΕΠΑ και των ΕΛΠΕ) περιπλέκονται, καθώς δεν είναι εύκολο να γίνουν οι προγραμματισμένες κινήσεις πρόσληψης συμβούλων, πριν ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με ένα βασικό περιουσιακό τους στοιχείο που είναι ο ΔΕΣΦΑ.

Τρίτον, το ναυάγιο μιας κλεισμένης από το 2013 ιδιωτικοποίησης, δεν είναι καλή είδηση για το διεθνές επενδυτικό κοινό και για την ελκυστικότητα της χώρας όσον αφορά τους ξένους επενδυτές. Στις 12 Δεκεμβρίου κυβερνητικά στελέχη, όπως οι Σταθάκης, Παπαδημητρίου, Χαρίτσης, Κουντουρά, μαζί με πληθώρα Ελλήνων επιχειρηματιών θα παρευρεθούν στο συνέδριο Capital Link, που θα διεξαχθεί στο Metropolitan Club της Νέας Υόρκης. Εκεί μήνυμα προς τους ξένους επενδυτές θα αποστείλει και ο Πρωθυπουργός, αλλά η πειστικότητά του θα υπονομεύεται από μια πρόσφατη αποτυχία.

Τέταρτον, δημιουργούνται κίνδυνοι για τη συμμετοχή της χώρας στα διεθνή γεωπολιτικά παίγνια στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι οι Αζέροι διαμηνύουν ότι η συμμετοχή τους στον αγωγό TAP δεν επηρεάζεται από την τύχη της υπόθεσης ΔΕΣΦΑ, είναι γεγονός ότι ο Αμερικανικός παράγοντας που έχει ισχυρά συμφέροντα – και λόγο – στην περιοχή, δεν είναι ευχαριστημένος από την εξέλιξη.  Είναι κοινό μυστικό ότι οι Αμερικανοί ενδιαφερόνταν έντονα να κλείσει η συμφωνία του ΔΕΣΦΑ με τη SOCAR. Την έβλεπαν ως ένα μικρό κομμάτι του παζλ των συμφερόντων τους στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση της ρωσικής κυριαρχίας. Το θετικό πάντως στο σημείο αυτό είναι ότι οι Αμερικανοί πίεσαν σφοδρά τους Αζέρους να κλείσουν το deal, η πίεση ωστόσο δεν απέδωσε και αυτό χρεώνεται σε μεγάλο βαθμό στους ίδιους τους Αζέρους, σύμφωνα τουλάχιστον με πηγές που συνομιλούν με τον υπερατλαντικό σύμμαχο.

Το χρονικό της υπόθεσης

H συμφωνία πώλησης του 66% του ΔΕΣΦΑ στη Socar, μετά το σχετικό διαγωνισμό στον οποίο η Socar ήταν ο μοναδικός ενδιαφερόμενος, υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 2013 από τον τότε υπουργό Ενέργειας, Γιάννη Μανιάτη, και τον πρόεδρο της Socar, Ροβνάγκ Αμπντουλάγιεφ. Η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση στη Socar του 66% του ΔΕΣΦΑ, ήτοι 31% που κατείχε το ΤΑΙΠΕΔ και 35% που κατείχαν τα ΕΛΠΕ.

Στη συνέχεια, οι καθυστερήσεις που σημειώθηκαν λόγω των αντιρρήσεων της Κομισιόν στη πώληση, για λόγους ανταγωνισμού, οδήγησαν στη συμφωνία της Socar με την ιταλική Snam. Η συμφωνία προέβλεπε την απόκτηση από τους Ιταλούς ποσοστού τουλάχιστον 16% (από το 66% που θα έπαιρναν οι Αζέροι), προκειμένου να ικανοποιηθούν οι αντιμονοπωλιακές απαιτήσεις της Κομισιόν.

Με τις διαβουλεύσεις σχετικά με τους όρους του deal φτάσαμε στο φετινό καλοκαίρι και την περίφημη πλέον τροπολογία Σκουρλέτη, η οποία προέβλεπε μείωση της «ανακτήσιμης διαφοράς» των 829 εκατ. ευρώ που έχει λαμβάνειν ο ΔΕΣΦΑ από προηγούμενα χρόνια. Το γεγονός αυτό μείωσε τα προσδοκώμενα έσοδα των Αζέρων, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν και η αποκρατικοποίηση να οδηγηθεί σε οριακό σημείο.

Οι Αζέροι της SOCAR ανανέωσαν δύο φορές την διάρκεια της εγγυητικής τους επιστολής, η οποία έληγε αρχικά στις 30 Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια στις 30 Οκτωβρίου, προκειμένου να συνεχιστούν οι επαφές με την Αθήνα οι οποίες ωστόσο δεν καρποφόρησαν.

Διαβάστε Ακόμα

Σχετικές Ετικέτες:

Share:

Σχόλια Αναγνωστών

Ροή Ειδήσεων