Είμαστε όλοι καλλιτέχνες, του Δημήτρη Δακρότση

Δημοσίευση: 1:23 π.μ. | 20/5/17

«Έργο του καλλιτέχνη είναι η εξιδανίκευση της πραγματικότητας, η μετατροπή της εμπειρίας σε έκφραση∙ και λέγοντας «έκφραση», δεν εννοούμε μόνο την αισθητική γνώση της μορφής, αλλά και το συναίσθημα που προκαλείται από την παρατήρησή της. Ποιο συναίσθημα;»

Γράφει στο Greek-iNews.gr ο Δημήτρης Δακρότσης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Έργο του καλλιτέχνη είναι η εξιδανίκευση της πραγματικότητας, η μετατροπή της εμπειρίας σε έκφραση∙ και λέγοντας «έκφραση», δεν εννοούμε μόνο την αισθητική γνώση της μορφής, αλλά και το συναίσθημα που προκαλείται από την παρατήρησή της. Ποιο συναίσθημα;

Κάθε εμπειρία συνδέεται με μία εντύπωση ή συνδυασμό εντυπώσεων: ό, τι προσλαμβάνουμε ως γνώση, είτε πρόκειται για μορφή , είτε για έννοια, συνδέεται με ένα μοναδικό συναίσθημα. Ερεθίζοντας το συναίσθημα, ο νους μας ανακαλεί την εμπειρία και αντίστροφα: ανατρέχοντας στην εμπειρία αναβιώνει κάθε συνδεδεμένο με αυτή, συναίσθημα. Έτσι λειτουργεί ο νους∙ διαφορετικά το πλήθος των πληροφοριών, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο νευροβιολόγος Gerald Hüther, δεν θα μπορούσε να αφομοιωθεί, διαβαθμιστεί και εν τέλει σχηματισθεί σε ολοκληρωμένη γνώση. Τι συμβαίνει ωστόσο στην τέχνη; Στην τεχνική απόδοσης των μορφών διαμέσου της έκφρασης;

Οι περισσότερες θεωρίες περί τέχνης αναφέρονται στον καλλιτέχνη. Εδώ, στον μικρό αυτό χώρο, θα μιλήσουμε για το καλλιτεχνικό γεγονός υπό το πρίσμα του παρατηρητή. Είναι τόσο σημαντικές οι διαφορές μεταξύ δημιουργού-παρατηρητή; Με ποιο έργο είναι επιφορτισμένο το αισθητήριο του παρατηρητή ενός έργου τέχνης;

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς αλληλεπιδρούν οι εντυπώσεις, όταν οι ίδιες δεν αποτελούν προσωπικές βιωματικές παραστάσεις, αλλά αισθητικές εποπτείες ενός προσώπου διαφορετικού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του προσώπου που παρατηρεί ένα καλλιτεχνικό γεγονός: το βίωμα του παρατηρητή δεν προκαλείται από την εννοιολογική γνώση των συνθηκών της πραγματικότητας, τους νόμους, ούτε συνδέεται με την ενορατική γνώση του ίδιου∙ συνδέεται μόνο με τη στιγμιαία εντύπωση του καλλιτέχνη: ο καλλιτέχνης μας μεταφέρει το βίωμα αλλά και την εντύπωσή του σύμφωνα με το προσωπικό του κριτήριο το οποίο, όπως είπαμε ακολουθείται από ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Ρόλος του καλλιτέχνη είναι να διοχετεύσει με τέτοιο τρόπο το συναίσθημά του, ώστε α προκαλέσει στον παρατηρητή εντυπώσεις παρόμοιες με τις δικές του. Φαίνεται καθαρά λοιπόν, ότι διαμέσου του συναισθήματος και των εντυπώσεων, η εμπειρία του παρατηρητή, είτε είναι πραγματική είτε φανταστική (εκείνη που προκαλείται από εμπειρίες εν δυνάμει πραγματικές ή υποθετικές εφόσον συντεθούν με προϋπάρχουσες) καθοδηγείται ολοκληρωτικά από τον καλλιτέχνη. Ο παρατηρητής, θα λέγαμε, βιώνει όχι την τυπική, αλλά την εξιδανικευμένη αισθαντικότητα της στιγμής∙ ως τέτοια, θα ονομάζαμε την απαλλαγμένη από κάθε παθητικότητα, συναίσθηση.

Ακόμη και μορφές δυσάρεστες, που ενσαρκώνουν πρόσωπα, γεγονότα, ιδέες, αξίες, αλλά και ίδια συναισθήματα, όταν εκφράζονται διαμέσου ενός έργου, χάνουν την μελαγχολία της πραγματικότητάς τους, εξιδανικεύονται. Ό, τι τελικά μένει στον παρατηρητή είναι η εντύπωση των μορφών, διαμέσου συναισθημάτων αποφορτισμένων από κάθε στοιχείο παθητικότητας∙ και παθητικότητα, όπως την εννοούμε εδώ είναι η αγωνία. Συναισθήματα όπως οδύνη, ένταση, λύπη, θυμός, θρήνος, απόγνωση, μεταφέρονται στον νου του παρατηρητή με την καθαρή τους μορφή, ακριβώς γιατί έχουν αποσυντεθεί και ανασυντεθεί πρωτίστως, στον νου του καλλιτέχνη. Ας προσέξουμε ωστόσο μία ειδική επισήμανση: η δεύτερη ανασύνθεση, η οποία λαμβάνει χώρα στον νου του παρατηρητή, έχει καθοδηγηθεί-εξιδανικευτεί από τον καλλιτέχνη, όπως ακριβώς καθοδηγούνται-εξιδανικεύονται τα συναισθήματα του συνεντευξιαζόμενου από το ψυχοθεραπευτή: έπειτα από γόνιμη επισκόπηση-επεξεργασία των εντυπώσεων διαμέσου συζήτησης, αντιπαράθεσης, επαναπροσδιορισμού, τα συναισθήματα ξεκαθαρίζουν από την παθητικότητα και αποδίδονται «έτοιμα» στον συνεντευξιαζόμενο, να τα διαχειριστεί εκ νέου, ξεκάθαρα και πιο υγιή.

Ο καλλιτέχνης λοιπόν είναι επιφορτισμένος με τον ρόλο του «φίλτραρίσματος» των συναισθημάτων του παρατηρητή, τα οποία επεξεργάζεται και επιστρέφει ξανά στον ίδιο. Έτσι, όταν κανείς παρατηρεί μία τραγική εικόνα, μία καταθλιπτική παράσταση, όταν ακούει μία λυπηρή μελωδία, παρακολουθεί ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό δρώμενο, συναισθάνεται το πάθος, την ένταση, ακόμη και την αγωνία του καλλιτέχνη, με έναν τρόπο ωστόσο περισσότερο εκφραστικό παρά παθητικό.

Είναι επομένως, ο καλλιτέχνης, ο υπεράνθρωπος εκείνος που ξεπερνά με επιδεξιότητα κάθε προσωπική-συναισθηματική του αδυναμία; Κάθε άλλο. Ο καλλιτέχνης ταλαιπωρείται από αγωνίες, ακριβώς όπως ο καθένας μας. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι ο καλλιτέχνης, όπως εύστοχα διατυπώνει ο Benedetto Croce στο έργο του Estetica, μπορεί να εκφράζει μορφές με μεγαλύτερο βαθμό σαφήνειας από ότι ο μη-καλλιτέχνης. Ωστόσο, η εκφραστική δεινότητα είναι κάτι δεδομένο για τον καλλιτέχνη: μία φυσική τάση, ένα ταλέντο, που εκδηλώνεται ατομικά και αναγνωρίζεται γενικά. Καθήκον του καλλιτέχνη, ως προς τον εαυτό του είναι η ικανοποίηση της προσωπικής του εκφραστικότητας μέσα από το έργο∙ ό, τι αξιώνει δε από το κοινό του, ο καλλιτέχνης, είναι η εμπιστοσύνη προς τον ενορατικό του ρόλο να τακτοποιεί τα διάσπαρτα συναισθήματα. Καθήκον και αίτημα του καλλιτέχνη λοιπόν, δεν είναι παρά ηθικές διεκδικήσεις, που προσβλέπουν στη εξύψωση του νου μέσα από την υλικότητα.

Είναι επομένως, ο καλλιτέχνης, πρόσωπο που εκφράζεται ως προς το εαυτό και ως προς το κοινό του, αξιοποιώντας τη φυσική του κλίση. Η δε καλλιτεχνική κλίση δεν μπορεί να μεταβάλλει τον τον νου του καλλιτέχνη, εφόσον η εκφραστικότητα, το ταλέντο, είναι καταστάσεις άρρηκτα συνδεδεμένες με την ίδια την προσωπικότητά του∙ και είναι δεδομένο ότι ο καλλιτέχνης εκτονώνει την αγωνία του διαμέσου της έκφρασης, λειτουργώντας ως δημιουργός και ταυτόχρονα ως παρατηρητής του έργου του. Σε αυτή τη διττή ενέργεια, εντοπίζεται η ουσία της καλλιτεχνικής δραστηριότητας: μία ουσία το κύρος της οποίας δε εξαρτάται από τον βαθμό σαφήνειας των αναλογιών της εκφρασμένης μορφής, αλλά από το γεγονός της συναισθηματικής ειλικρίνειας του εκφραζόμενου προσώπου. Ένα γεγονός, την εγκυρότητα του οποίου μόνον ο ίδιος ο καλλιτέχνης μπορεί να επιβεβαιώσει.

Ας σταθούμε όμως λίγο στην ουσία του καλλιτεχνικού γεγονότος: όπως είπαμε, αντίθετα με τον εκφραστικό βαθμό, ο οποίος εκδηλώνεται καλλιτεχνικά ως επιδεξιότητα, περισσότερο σημαντική είναι η ουσία, η αρχή του νου, να εκφράζεται με ειλικρίνεια. Η καλλιτεχνική ουσία προηγείται του εκφραστικού βαθμού∙ για την ακρίβεια, η εκφραστικότητα εξαρτάται από την ουσία: εάν η τέχνη είναι ειλικρινής, τόσο, όσο τα αυθόρμητα σκαριφήματα ενός μικρού παιδιού, είναι βέβαιο ότι θα βρει τρόπο να εκφραστεί. Γιατί προϋπόθεση της καλλιτεχνικής ειλικρίνειας είναι η ελευθερία της έκφρασης. Να λοιπόν για ποιο λόγο ο τρόπος, ο βαθμός έκφρασης της μορφής δεν προηγείται, αλλά έπεται της ουσίας της. Και σε τι μας βοηθά αυτός ο διαχωρισμός;

Περιορίζοντας το τάλαντο, την καλλιτεχνική δεινότητα σε κοινό-υποκειμενικό εκφραστικό μέτρο, βλέπουμε καθαρότερα ότι η τέχνη, ως γνώση της μορφής, ανήκει σε όλους μας: όλοι αναγνωρίζουμε τις καλλιτεχνικές μορφές, είμαστε επομένως καλλιτέχνες. Πώς θα μπορούσαμε να αποδείξουμε μία τόσο επαναστατική θεώρηση;

Έστω ότι παρατηρούμε έναν καλλιτέχνη τη στιγμή που δημιουργεί∙ ό, τι είναι βέβαιο ότι θα μας γοητεύσει είναι η δημιουργική του ικανότητα. Είναι επίσης βέβαιο, ότι όταν δούμε το έργο ολοκληρωμένο θα αναγνωρίσουμε με χαρά σε αυτό κάτι δικό μας, μία σιωπηρή συμμετοχή μας. Κάπως έτσι διδάσκεται η τέχνη: ως τεχνοτροπία, δηλαδή εκφραστικός βαθμός ή τρόπος αλλά –κυρίως- και ως ουσία, ως εκφρασμένη ειλικρίνεια, δηλαδή απελευθέρωση: όσο περισσότερο ειλικρινής εκφραστικά είναι κανείς, τόσο περισσότερο απελευθερώνεται, τόσο γίνεται ακόμη περισσότερο καλλιτέχνης. Τα δε εκφραστικά μέσα, οι τρόποι, είναι όσοι και οι αισθήσεις: ευχαρίστως θα απελευθερώνονταν η ψυχή μας από κάθε καταπίεση, για παράδειγμα, με τον χορό. Η φυσική αρμονία έχει προικίσει όλους μας με την αίσθηση του χώρου σε σχέση με τον χρόνο, δηλαδή με τον ρυθμό.

Αν και θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε δεκάδες παραδείγματα αξιοποίησης της έμφυτης καλλιτεχνικής δεινότητας καθενός, προτείνω να μην το κάνουμε γιατί θα βγούμε από το θέμα μας και θα πέσουμε στην παγίδα της περιπτωσιολογίας. Ας κλείσουμε με τούτο: ας εκφραζόμαστε με τον αυθορμητισμό ενός παιδιού που είναι γεννημένο… καλλιτέχνης, εάν επιθυμούμε να είμαστε ειλικρινείς με τα συναισθήματα, τον εσωτερικό μας κόσμο. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για να ανακτήσουμε τη χαμένη μας πνευματικότητα, τη χαμένη μας ελευθερία. 

Τα βιβλία του Δημήτρη Δακρότση

Διαβάστε Ακόμα

Σχόλια Αναγνωστών

Ροή Ειδήσεων